καλός

καλός
Ονομασία δύο οικισμών. 1. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 410 μ., 101 κάτ.) στην πρώην επαρχία Τεμένους του νομού Ηρακλείου. Βρίσκεται στο δυτικό τμήμα του νομού, 27 χλμ. ΝΔ της πόλης του Ηρακλείου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Τεμένους. 2. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 220 μ., 83 κάτ.) στην πρώην επαρχία Οιτύλου του νομού Λακωνίας. Βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα του νομού, στο μέσο της Μάνης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Οιτύλου.
* * *
-ή, -ό (AM καλός, -ή, -όν)
1. (για πρόσ.) α) (με ηθική σημ.) αγαθός, ενάρετος, χρηστός, έντιμος, άκακος (α. «καλός άνθρωπος» β. «καλή ψυχή»)
β) ικανός, ευσυνείδητος, επιμελής, επιτήδειος, που έχει ανεπτυγμένες τις ιδιότητες και ικανότητες τις οποίες απαιτεί η φύση ή η θέση του (α. «καλός υπάλληλος», β. «καλός μαθητής» γ. «καλή νοικοκυρά»)
2. (για αφηρ. ένν., πράξεις, αισθήματα και ιδιότητες) αυτός που επιδοκιμάζεται, ηθικά ωραίος, συνετός, έντιμος, σωστός («καλός λόγος»
«καλή σκέψη»)
3. (για πράγματα, φαινόμενα, καταστάσεις και ενέργειες) ευμενής, ωφέλιμος, ευνοϊκός, πρόσφορος (α. «οι ειδήσεις απόψε δεν ήταν καλές» β. «οὐ γὰρ σφάγια γίγνεται καλά», Αισχύλ.)
4. (για πράγμα που γίνεται αντιληπτό με την όραση) αυτός που βλέπεται ευχάριστα, όμορφος, αισθητικά ωραίος (α. «καλός πίνακας» β. «πᾱν κτίσμα Θεοῡ καλόν», ΚΔ)
5. (για πρόσ.) ωραίος στην όψη, στη μορφή, στην εμφάνιση, καλοκαμωμένος (α. «είναι καλή στο πρόσωπο» β. «αὐθέντρια καλή», Διγ. Ακρ.
γ. «γυνὴ προσελθοῡσα καλὴ καὶ εὐειδής», Πλάτ.)
6. κατάλληλος, ικανοποιητικός, ενδεδειγμένος («καλή γη»)
7. (το αρσ. και το θηλ. εν. με γεν. τής κτητ. αντων. ή ως επιφ.) ο καλός μου, η καλή μου (σου, του, της) και καλέ μου, καλή μου
ο ή η σύζυγος, ο αρραβωνιαστικός ή η αρραβωνιαστικιά, ο αγαπημένος ή η αγαπημένη
νεοελλ.
1. (για αποχαιρετιστήρια ευχή) αίσιος, ευτυχής, ευχάριστος (α. «καλό ταξίδι» β. «καλή χρονιά»)
2. το θηλ. ως ουσ. η καλή (ενν. όψη ή πλευρά ή μεριά)
η πρόσθια όψη υφάσματος
3. το ουδ. εν. ως ουσ. το καλό
α) ωφέλεια, συμφέρον («δεν ξέρεις ποιό είναι το καλό σου»)
β) ευτυχία
γ) καλός τρόπος, ευμενής διάθεση, καλή συμπεριφορά («τού μίλησα με το καλό»)
δ) (αισθ.) το αισθητικά ωραίο
ε) (ηθ.) έννοια που εκφράζει σε γενικότατη μορφή ό,τι είναι ηθικό και χρηστό, ό,τι ανταποκρίνεται στα αιτήματα τής ηθικότητας, ο αντίποδας τού κακού
4. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα καλά
τα προσήκοντα, τα πρέποντα
5. μεγάλος, ισχυρός (α. «έφαγε μια καλή μερίδα» β. «τού 'δωσα ένα καλό χαστούκι»)
6. (η κλητ. εν. τού αρσ.) καλέ
α) (ως επιφών. ή ως παραπλήρωμα στίχου)
i) κλητικό (Α. «καλέ συ» β. «καλέ πατέρα»)
ii) για δήλωση εκπλήξεως, θαυμασμού ή απορίας (α. «καλέ, πώς μεγάλωσες!» β. «καλέ, τί ακούω!»)
iii) για δήλωση ειρωνείας (α. «καλέ, τί μάς λες!» β. «καλέ άντες!»)
β) ως παρακελευσματικό μόριο («καλέ, κάνε γρήγορα ό,τι σού λέω!»)
7. φρ. α) «καλή λευτεριά» — ευχή σε εγκύους για φυσιολογικό τοκετό ή σε υποδούλους για απελευθέρωση
β) «καλά στέφανα» — ευχή για μνηστευμένους μελλόνυμφους
γ) (ειρωνικά) «ώρα του καλή» — για δήλωση αδιαφορίας τού ομιλητή για κάποιον ή κάτι που φεύγει
δ) «καλή ώρα» και «καληώρα»
i) ως εισαγωγικό σε παρομοίωση ή σύγκριση ή αναδρομἡ (α. «είναι ανάποδο παιδί, καληώρα σαν τον γιο σου» β. «ήταν καλοκαίρι σαν καληώρα»)
ii) σε ευτυχισμένη ώρα («να πάρεις... άνδρα σου... εκείνον το χρυσό αϊτό που βρέθηκε καλή ώρα», Ερωτόκρ.)
ε) «είμαι στα καλά μου» ή «είμαι στις καλές μου» — είμαι σε καλή ψυχική διάθεση, είμαι ευδιάθετος
στ) «καλό και τούτο» — για δυσάρεστο συμβάν ή πάθημα
ζ) «μια και καλή» — μια για πάντα
η) «από την καλή»
i) (ειρων. και κατ' ευφημ.) κατά βάθος, και από την κακή πλευρά («τόν ξέρω αυτόν από την καλή»)
ii) απερίφραστα, έξω από τα δόντια («τού τά 'ψαλα από την καλή» — τού μίλησα ανοιχτά, χωρίς ενδοιασμούς)
θ) «το καλό που σού θέλω» — άκουσε τη συμβουλή μου γιατί είναι για το συμφέρον σου
ι) «βγαίνω σε καλό» — έχω καλή εξέλιξη
ια) «λέγω καλό» και «λέγω καλά» — εκφράζομαι επαινετικά
ιβ) «για (το) καλό (μου, σου κ.λπ.)» — για όφελός μου, σου κ.λπ.
ιγ) «σε καλό σου» — για δήλωση αποδοκιμασίας, απορίας ή και αγανακτήσεως
ιδ) «στο καλό» — ως ευχή σε κάποιον που φεύγει
ιε) (κατ' ευφ.) «άι στο καλό» και «πήγαινε στο καλό, χριστιανέ μου» — στην οργή, στ' ανάθεμα
ιστ) «για καλό και για κακό» και «καλού-κακού» — για κάθε ενδεχόμενο
ιζ) «τόν πήρα από καλό» — τόν είδα με καλό μάτι, τόν συμπάθησα
ιη) «έβαλε τα καλά του» — φόρεσε τα επίσημα, τα γιορτινά του
ιθ) «δεν είναι στα καλά του» — δεν είναι σε καλή διανοητική κατάσταση
8. παροιμ. α) «ο καλός καλό δεν έχει» — οι χρηστοί και έντιμοι άνθρωποι συνήθως δεν προκόβουν
β) «κάμε το καλό και ρίξ' το στο γιαλό» — η αγαθή πράξη έχει αξία αυτή καθ' εαυτήν και δεν πρέπει να γίνεται με ιδιοτέλεια
νεοελλ.-μσν.
1. αξιόπιστος («καλή μαρτυρία»)
2. ευχάριστος («τα καλά μαντάτα»)
3. (για καταγωγή) ευγενής («από καλό αίμα», Φορτουν.)
4. (για τρόπο συμπεριφοράς) ευγενής
5. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα καλά
α) τα υλικά αγαθά, τα υπάρχοντα, η περιουσία, τα πλούτη
β) προσωπικά προτερήματα, πλεονεκτήματα, αγαθές ιδιότητες («κάθε άνθρωπος έχει τα καλά του και τα κακά του»)
6. το ουδ. εν. ως ουσ. το καλό(ν)
α) καλή πράξη, αγαθοεργία
β) καλοσύνη, αγαθό
γ) ευεργεσία
7. φρ. α) «καλή καρδιά» — καλοσύνη, προθυμία
β) «με το καλό(ν)» — με ασφάλεια, χωρίς πάθημα («να έρθεις πάλι με το καλό»)
μσν.
1. άψογος
2. (για νόμο ή δίκαιο) δίκαιος, αμερόληπτος
3. (για αγάπη) σταθερός
4. αγαπητός, προσφιλής
5. πρόθυμος
6. αξιόλογος, υπολογίσιμος
7. χρήσιμος, ωφέλιμος
8. επίλεκτος, εκλεκτός, γενναίος
9. εύστοχος, αποτελεσματικός
10. αντάξιος
11. (για κάστρο) ισχυρός, ανθεκτικός
12. σίγουρος, ασφαλής («τὰς βίγλας τὰς καλάς», Διγ. Ακρ.)
13. καθαρός, γνήσιος, αμιγής («τὸ καλὸν χρυσάφιν», Σαχλίκ.)
14. (ως επιτ.) αυτός που έχει μια ιδιότητα σε μεγάλο βαθμό («εἶχε ὅλους τοὺς καλύτερους ἀνδρειωμένους», Χρον. σουλτ.)
15. (το ουδ. πληθ.) καλά
(με αριθμτ.)
ακριβώς, πάνω από («ὄμοσεν ὅρκους καλὰ χίλιους», Λίβ. και Ρόδ.)
16. φρ. α) (ευχετικά) «νά 'χει (τήν) καλή του ώρα» — ας είναι ευτυχισμένος
β) «καλὸν πωρνόν» — πολύ πρωί
γ) «ἀκούω καλόν» — ακούω ευνοϊκή κρίση
δ) «εἰς τὸ καλόν (μου)» — για όφελός (μου)
ε) «μὲ τὸ καλόν» — με ειρηνικό τρόπο
μσν.-αρχ.
το ουδ. εν. ως ουσ. τὸ καλόν
ωραιότητα, ομορφιά, σωματικό κάλλος
αρχ.
1. (σε συνεκφορά με το καὶ ἀγαθός ή κἀγαθός) καλός κἀγαθός και καλοκἄγαθος
αυτός που συνδυάζει σωματικό κάλλος και ηθική τελειότητα
2. (στην Αθήνα) ευγενής, ευπατρίδης, επιφανής άνδρας
3. το ουδ. εν. ως ουσ. τὸ καλόν
το ηθικό κάλλος, το ηθικώς αγαθό, η αρετή
4. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ καλά
οι τέρψεις, τα θέλγητρα, οι απολαύσεις
5. φρ. α) «καλὸς εἴς τι» και «καλὸς πρός τι» — κατάλληλος, επιτήδειος σε κάτι
β) «ἐν καλῷ (ενν. τόπῳ)» — σε κατάλληλη θέση
γ) «ἐν καλῷ (ενν. χρόνῳ)» — σε κατάλληλη ώρα, στιγμή, περίσταση.
επίρρ...
καλά και καλώς (AM καλῶς και καλόν, Μ και καλά)
1. με καλό τρόπο, ορθά, σωστά, δίκαια, ευνοϊκά
2. τελείως, εντελώς
3. φιλικά, ευνοϊκά
4. φρ. «έχει καλώς» και «καλώς» — μάλιστα, σύμφωνοι, δέχομαι
5. «καλώς έχω» — βρίσκομαι σε καλή κατάσταση, υγιαίνω
νεοελλ.
1. αρκετά, ικανοποιητικά
(«δόξα τῳ Θεῴ, ακούω ακόμη καλά»)
2. ευσυνείδητα
3. επαρκώς, αποτελεσματικά
4. φρ. α) «καλώς ορίσατε», «καλώς ήλθατε», «καλώς σάς βρήκαμε», «καλώς τά δέχτηκες», «καλώς τά χαίρεστε» — για χαιρετισμό, φιλοφροσύνη, κ.λπ.
β) «καλώς τον (τάδε) ή την (τάδε)» και «καλώς -τον, -την, -σε, -σας» — σέ, σάς (ξανα-) βλέπω με χαρά
γ) «καλά-καλά» — για να επιτείνει ή να μετριάσει την έννοια τής λέξεως με την οποία συνάπτεται (α. «μέ κοίταζε καλά-καλά» — με κοίταζε επισταμένως
β. «δεν ξημέρωσε καλά-καλά» — μόλις είχε αρχίσει να ξημερώνει)
δ) «γίνομαι καλά» — αποκαθίσταται η υγεία μου, θεραπεύομαι
ε) «είμαι καλά» — υγιαίνω
στ) «πηγαίνω καλά» — προοδεύω, προκόβω
ζ) «καλά που» ή «καλά και» — ευτυχώς που («καλά που τό θυμήθηκες»)
η) «καλά να (τά) πάθεις» — επάξια πάσχεις, σού αξίζει αυτό που έπαθες
θ) «καλά τόν έχω» και «καλά τόν κρατώ» — δεν μού ξεφεύγει
ι) «καλά τόν έκαμες» και «καλά τόν διόρθωσες» — τού φέρθηκες όπως τού άρμοζε
ια) «τά 'χω καλά μαζί του» — είμαι φίλος του, έχω καλές σχέσεις μαζί του
ιβ) «τόν κάνω καλά» — τού επιβάλλομαι, αναλαμβάνω την ευθύνη γι' αυτόν, είναι τού χεριού μου
ιγ) «πάει καλά» ή απλώς «καλά»
i) είμαστε σύμφωνοι, δέχομαι, εντάξει
ii) (για ασθενή ή για δουλειά) βελτιώνεται η κατάσταση
ιδ) «στα καλά» και απλώς «καλά» — υπερβολικά, πολύ («τόν πήρε στα καλά τον ύπνο» — παρακοιμήθηκε)
ιε) «για καλά» — επικίνδυνα («αρρώστησε για καλά»)
ιστ) «καλά κάνω εγώ» ή «εγώ κάνω καλά» — αναλαμβάνω εγώ την ευθύνη
ιζ) «καλά-καλά» — οπωσδήποτε, ούτως ή άλλως
ιη) «βαστιέμαι καλά» — βρίσκομαι σε ανθηρή οικονομική ή σωματική κατάσταση
ιθ) «βαστώ καλά» — αμύνομαι, αντέχω
κ) «σώνει και καλά»
i) επίμονα, με πείσμα
ii) απαραιτήτως, κατ' ανάγκην
κα) «στα καλά καθούμενα» — χωρίς αιτία και αφορμή, αδικαιολόγητα, ξαφνικά
5. παροιμ. «ή χορέψτε καλά ή αφήστε το χορό» — κάθε εργασία ή πρέπει να γίνεται στην εντέλεια ή να μη γίνεται καθόλου
νεοελλ.-μσν.
1. επιμελώς, άρτια («ήταν καλά δασκαλεμένος»)
2. διεξοδικά, λεπτομερώς
3. αρμονικά
4. δίκαια, νόμιμα
5. σε καλή κατάσταση, χωρίς βλάβη
6. σαφώς, ευκρινώς, ξεκάθαρα
7. προσεκτικά
8. δυνατά, στερεά
9. φρ. α) «άμε καλώς» — πήγαινε στο καλό
β) «καλά και (να)» — αν και, μολονότι («καλά και ταραχή πολλή... μόδωκε το σφάλμα σου», Ερωφ.)
μσν.
1. αίσια, σε καλή κατάσταση
2. αποδοτικά, με επιτυχία
3. με επάρκεια
4. καλοπροαίρετα, συνετά
5. υπομονετικά
6. σε μεγάλο βαθμό, πολύ
7. επιδέξια
8. ευχάριστα, με ευημερία
9. με ασφάλεια
10. ανεμπόδιστα, χωρίς περιπλοκές
11. φρ. α) «καλὰ καὶ ἄν» — ακόμα και αν
β) «οὐδὲ καλά» — μόλις
γ) «ὕπα(γε) καλῶς» — στο καλό
δ) «χίλια καλῶς + ορστ. ενεστ. τού ὑπάγω» — στο καλό
ε) «(χίλια) καλῶς (που) + αορ. ρ. που δηλώνει κίνηση» — με το καλό + το ανάλογο ρ. («χίλια καλώς εὑρήκαμεν ἐδῶώ τὴν ἀφεντιά σου»)
12. (ο τ. καλόν ως επίρρ.) καλύτερα («καλὸν μὴ ἐγεννήθης» Διγ. Ακρ.)
αρχ.
1. (ειρωνικά) λαμπρά, θαυμάσια
2. φρ. α) «καλῶς ἔχω» — είμαι, βρίσκομαι σε καλή κατάσταση
β) (ως επίρρ. έκφραση) «καλῶς ποιῶν» — δικαίως, επαξίως, ορθώς
γ) «καλῶς ποιῶ τινι» — φέρομαι φιλικά σε κάποιον, περιποιούμαι κάποιον
δ) «καλῶς ποιῶ» — κάνω αγαθές πράξεις
ε) «καλῶς πράττω» — ευτυχώ
στ) «ὁ καλῶς εὐδαίμων» — ο εντελώς ευτυχής, κατά πάντα ευτυχής
ζ) «καλῶς ὁ ἱερεύς» — άξιος ο ιερέας.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Ο τ. καλός προέρχεται από καλFός και συνδέεται πιθ. με αρχ. ινδ. kaly-āna «με ωραίους βραχίονες». Ορισμένα παράγωγα τού επιθέτου (πρβλ. κάλλος), οι συνήθεις τύποι τών παραθετικών του (πρβλ. καλλίων, κάλλιστος), καθώς και η μορφή με την οποία απαντά πολύ συχνά ο τ. ως α' συνθετικό στην Αρχαία Ελληνική καλλ(ι)-* εμφανίζουν διπλασιασμό τού -λ- (-λλ-), ο οποίος είναι δυσερμήνευτος. Στη Νέα Ελληνική όμως το επίθετο ως α' συνθετικό απαντά κυρίως με τη μορφή καλο-*. Το επίθ. καλός σχηματίζει ανώμαλα παραθετικά στην Αρχαία Ελληνική: συγκριτ. βαθμό καλλίων* (σπανιότερα καλλιώτερος και καλλώτερος) και υπερθ. βαθμό κάλλιστος* που χρησιμοποιείται και σήμερα στη Νέα Ελληνική, εμφανίζει συγκριτ. βαθμό καλύτερος* (παλιότερη γρφ. καλλίτερος). Ήδη από τον Όμηρο και σε όλη τη διάρκεια τής Αρχαίας Ελληνικής, το επίθ. καλός χρησιμοποιείται με τη γενική σημ. «ωραίος, όμορφος, ευειδής» και μόνο το ουδ. τὸ καλόν μαρτυρείται και με ηθική έννοια «ψυχική ομορφιά, αρετή». Στη φρ. καλός, κἀγαθός, η οποία αποτελούσε κοινωνική αξία και παιδαγωγικό ιδεώδες, το επίθετο καλός αναφερόταν στη σωστή ανάπτυξη τού σώματος, στο σωματικό κάλλος, ενώ το επίθετο ἀγαθός στην ψυχική, ηθική ομορφιά. Στην Αρχαία Ελληνική η λ. καλός χρησιμοποιούνταν επίσης για να δηλώσει γενικά τον χρήσιμο, αυτόν που βρίσκεται σε καλή κατάσταση και κατ' επέκτ., τον ικανό, επιτήδειο, κατάλληλο. Ειδικότερα δήλωνε επίσης αυτόν που έχει ευγενή καταγωγή, τον ευπατρίδη. Ως προς αυτές τις σημ., το καλός απαντά ως συνώνυμο τού ἀγαθός και εν μέρει ως αντίθετο τού κακός. Η λ. με την ηθική έννοια «ενάρετος, χρηστός» μαρτυρείται από την Καινή Διαθήκη και εξής όχι μόνο στο ουδ., όπως στην Αρχαία, αλλά και στα τρία γένη. Έτσι στη Νέα Ελληνική, η λ. χρησιμοποιείται κατ' εξοχήν με την έννοια «καλόψυχος, τίμιος», ενώ έχει και πιο εξειδικευμένες χρήσεις, π.χ. «ωραίος, ευχάριστος» (πρβλ. καλό ταξίδι, καλός καιρός), «ευγενικός» (πρβλ. καλή συμπεριφορά), «ευσυνείδητος, φιλότιμος» (πρβλ. καλός υπάλληλος, καλός μαθητής).
ΠΑΡ. καλλονή, κάλλος
αρχ.
καλλοσύνη, καλότης
μσν.
καλότητα
(νεοελλ.-μσν.) καλοσύνη.
ΣΥΝΘ. (Για τα σύνθ. με Α' συνθετικό βλ. καλλι- και καλο-). (Β' συνθετικό) απειρόκαλος, πάγκαλος, φιλόκαλος
αρχ.
εθελόκαλος, μισόκαλος, υπέρκαλος
νεοελλ.
αφιλόκαλος, λιόκαλος, περίκαλος].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • καλός — beautiful masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κάλος — Ονομασία δύο οικισμών. 1. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 410 μ., 101 κάτ.) στην πρώην επαρχία Τεμένους του νομού Ηρακλείου. Βρίσκεται στο δυτικό τμήμα του νομού, 27 χλμ. ΝΔ της πόλης του Ηρακλείου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Τεμένους. 2.… …   Dictionary of Greek

  • καλός — ή, ό επίρρ. ά 1. ωραίος, όμορφος: Πήρε καλή γυναίκα. 2. αγαθός στην ψυχή, ενάρετος: Οι καλοί άνθρωποι ταλαιπωρούνται στον κόσμο αυτό. 3. αίσιος, ευχάριστος: Σου εύχομαι καλό ταξίδι. 1. το ουδ., καλό ως ουσ. έχει πολλές σημασίες: α. το αγαθό, τα… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Καλὸς κἀγαθός — Kalos kagathos Kalos kagathos (en grec ancien : καλὸς κἀγαθός) est une expression idiomatique utilisée dans la littérature grecque antique. Cette locution est la forme abrégée (il s agit d une crase) de kalos kai agathos (καλὸς καὶ ἀγαθός),… …   Wikipédia en Français

  • Καλός Αγρός — Sp Kalòs Ãgras Ap Καλός Αγρός/Kalos Agros L ŠR Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • κάλος — ο (λ. λατ.) 1. τύλος: Υπάρχουν φάρμακα για τους κάλους. 2. φρ., τον πάτησα στον κάλο, τον έθιξα στο πιο αδύνατό του σημείο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κάλος — κάλως reefing rope masc nom sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Καλός Αγρός — Μεγάλος πεδινός οικισμός (υψόμ. 70 μ., 1.216 κάτ.) του νομού Δράμας. Βρίσκεται στο νότιο τμήμα του νομού, 9 χλμ. ΝΔ της πόλης της Δράμας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Δράμας …   Dictionary of Greek

  • Καλός Λάκκος — Ονομασία δύο οικισμών. 1. Ακατοίκητος ορεινός οικισμός (υψόμ. 620 μ.) στην πρώην επαρχία Σητείας του νομού Λασιθίου. Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του νομού. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Λεύκης. 2. Ακατοίκητος ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 470 …   Dictionary of Greek

  • καλά — καλός beautiful neut nom/voc/acc pl καλά̱ , καλός beautiful fem nom/voc/acc dual καλά̱ , καλός beautiful fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”